ευοδώνω

ευοδώνω
[-ώ (ο)] μετ.
1) направлять по правильному руслу; наставлять на истинный путь; 2) доводить до благополучного конца;

ευοδώνοματ [-ούμαι]

1) — быть на правильном пути; — обещать быть успешным; — идти хорошо;

ευοδούνται οι διαπραγματεύσεις — переговоры идут успешно;

2) успешно заканчиваться, завершиться

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ευοδώνω" в других словарях:

  • ευοδώνω — και ευοδώ και βοδώνω (ΑΜ εὐοδῶ, όω Μ και εὐοδώνω και εὐγοδώνω και βοδώνω και βγοδώνω) νεοελλ. μσν. 1. βάζω κάτι σε καλό δρόμο, το οδηγώ σε αίσιο τέλος, πραγματοποιώ, πετυχαίνω, καταφέρνω κάτι 2. εκτελώ γρήγορα και με επιτυχία κάποια εργασία,… …   Dictionary of Greek

  • ευοδώνω — ευόδωσα, ώθηκα 1. βάζω κάτι σε καλό δρόμο, τελειώνω κάτι καλά. 2. το μέσ., ευοδώνομαι βρίσκομαι σε καλό δρόμο, πετυχαίνω: Ευοδώνεται το ταξίδι μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ευτυχαίνω — εὐτυχαίνω (Μ) 1. οδηγώ σε αίσιο τέλος, ευοδώνω 2. ζω ευτυχισμένος, ευτυχώ 3. μού έρχονται ευνοϊκά τα πράγματα, έχω τύχη. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού ρ. ευ τυχώ] …   Dictionary of Greek

  • ευόδωμα — εὐόδωμα, τὸ (Α) [ευοδώνω] ευημερία, ευδαιμονία …   Dictionary of Greek

  • ευόδωση — η (ΑΜ εὐόδωσις) [ευοδώνω] καλή πορεία, επιτυχής διεξαγωγή, αίσια έκβαση, τελεσφόρηση, επιτυχία, ευδοκίμηση …   Dictionary of Greek

  • κατευοδώνω — και καταυοδώνω (AM κατευοδῶ, όω, Μ και κατευ[γ]οδώνω και καταυ[γ]οδώνω και κατοβοδώνω) κατευθύνω κάποιον σε σωστό δρόμο, σε αίσιο πέρας, παρέχω ευτυχή οδό, πρόοδο νεοελλ. μσν. 1. συνοδεύω με ευχές κάποιον που φεύγει, ξεβγάζω, ξεπροβοδίζω,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»